γέννηση


γέννηση
[генниси] ουσ. Θ. рождение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γέννηση" в других словарях:

  • γέννηση — η 1) роды, рождение; 2) Рождество: Η Γέννηση του Σωτήρος Χριστού Рождество Христово – двунадесятый праздник, который Церковь отмечает 25 / 7 января): τροπάρια της Γεννήσεως рождественские тропари …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • γέννηση — η (AM γέννησις) [γεννώ] 1. το να γεννηθεί κάποιος 2. η δημιουργία, η προέλευση νεοελλ. η Γέννηση η γέννηση τού Χριστού …   Dictionary of Greek

  • γέννηση — η 1. ο τοκετός, η γέννα: Ημερομηνία γέννησης. 2. ως κύρ. όν., Γέννηση τα Χριστούγεννα: Ύμνοι της Γέννησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεννήση — γέννησις engendering fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεννήσῃ — γεννήσηι , γέννησις engendering fem dat sg (epic) γεννάω beget aor subj mid 2nd sg (attic ionic) γεννάω beget aor subj act 3rd sg (attic ionic) γεννάω beget fut ind mid 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θνησιγένεια — Γέννηση νεκρού εμβρύου μετά τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης. * * * η η αριθμητική σχέση μεταξύ τών θνησιγενών νεογνών και τού ολικού αριθμού τών γεννήσεων σε μια χώρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θνησιγενής. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στην εφημερίδα… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Θέατρο — ΑΡΧΑΙΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Ένας λαός που έχει έξι πτώσεις και κλίνει τα ρήματά του με χίλιους τρόπους, έχει μια πλήρη, συλλογική και υπερχειλίζουσα ψυχή. Αυτός ο λαός, που δημιούργησε μια τέτοια γλώσσα, χάρισε τον πλούτο της ψυχής του σε όλο το… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek